Η Ρεθυμνιώτικη παρουσίαση του “Είμαστε πια Πρωταθλητές” από τον Βασίλη Σκουντή

Έντονες… μπασκετικές μνήμες ξύπνησαν στο “Σπίτι του Πολιτισμού” το βράδυ της Τρίτης, στο πλαίσιο της παρουσίασης του βιβλίου “Είμαστε πια Πρωταθλητές” του Ρεθυμνιώτη δημοσιογράφου – συγγραφέα Βασίλη Σκουντή.
Η αίθουσα “πλημμύρισε” από κόσμο του πολιτικού και αθλητικού Ρεθυμνιώτικου γίγνεσθαι σε μία λαμπρή εκδήλωση. Άλλωστε η επιτυχία της Εθνικής Ελλάδας το 1987 με την κατάκτηση του Ευρωπαϊκού πρωταθλήματος αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα γεγονότα της χώρας μας και δεν θα μπορούσε η καταγραφή των ιστορικών αυτών γεγονότων από έναν καταξιωμένο Ρεθυμνιώτη δημοσιογράφο να μην προκαλέσει το ενδιαφέρον των συμπολιτών μας, με την ανταπόκριση τους να είναι τεράστια. Επίσης δεν θα μπορούσε να υπάρξει καταλληλότερος από τον Βασίλη Σκουντή για να περιγράψει γραπτώς όλες εκείνες τις στιγμές που οδήγησαν ένα ολόκληρο έθνος στον “έβδομο ουρανό”, ο οποίος μόλις στα 24 χρόνια του έζησε από κοντά τον “παλμό” όλων εκείνων των 12 ημερών.
Την εκδήλωση συντόνισε ο εκδότης της Κρητικής Επιθεώρησης, Γιάννης Καλαϊτζάκης, ενώ για τον συγγραφέα και το βιβλίο μίλησαν η αντιπεριφερειάρχης Ρεθύμνου Μαίρη Λιονή, ο δήμαρχος Ρεθύμνου, Γιώργος Μαρινάκης, ο πρώην αρχηγός της Εθνικής Ομάδας Μπάσκετ, ο επίσης ρεθυμνιώτης πρώην αρχηγός της Εθνικής Δημήτρης Κοκολάκης, ο τεχνικός διευθυντής και πρώην παίκτης του Ρεθύμνου Cretan Kings, Γιώργος Κούμουλος, ο αρχηγός της ομάδας του Ρεθύμνου Cretan Kings, Χάρης Γιαννόπουλος, ο δημοσιογράφος Μιχάλης Λεάνης και ο δημοσιογράφος Γιώργος Σταράκης.

Η ΜΑΙΡΗ ΛΙΟΝΗ

Η αντιπεριφερειάρχης Μαίρη Λιονή αναφέρθηκε στη φιλία της με τον συγγραφέα – δημοσιογράφο, ενώ για το βιβλίο σημείωσε: «Με τη ματιά του νεόκοπου δημοσιογράφου που βίωσε με ένταση το θαύμα του Ευρωμπάσκετ του ’87 και το άσβεστο πάθος του κατ’ εξακολούθηση «εραστή» της πορτοκαλί μπάλας, ο Βασίλης Σκουντής έκλεισε τα όσα είχε την τύχη και ευλογία να ζήσει και να καταγράψει μέσα και έξω από το γήπεδο, δίπλα στα «ιερά τέρατα» του Ελληνικού Μπάσκετ, στο πρώτο του βιβλίο, το οποίο παρουσιάζουμε απόψε εδώ στο Ρέθυμνο, την ιδιαίτερη πατρίδα του, την οποία πάντα αγαπά και στηρίζει με όποιον τρόπο μπορεί και όποτε του ζητηθεί η συνδρομή του, σε θέματα αθλητισμού αλλά και προβολής, και τον ευχαριστούμε από καρδιάς γι’ αυτό.

Με τρόπο γλαφυρό, με γραφή που ξεπερνά τη στερεότυπη γλώσσα της αθλητικής δημοσιογραφίας, ο συγγραφέας κρατά το ενδιαφέρον του αναγνώστη ζωντανό, όπως και του τηλεθεατή – ακροατή, που αδημονεί για τη γνωστή και μοναδική περιγραφή του Σκουντή- διανθισμένη από ατάκες, που έχουν αφήσει εποχή, όπως το αξεπέραστο «Βάλτο Αγόρι μου».

Ξεφυλλίζοντας το «Είμαστε πια Πρωταθλητές» ξαναζούμε όλοι εμείς, τις ιστορικές αυτές στιγμές του Ελληνικού Αθλητισμού, ενώ οι νεότερες γενιές κρατούν στα χέρια τους, χωρίς υπερβολή, ένα «ιστορικό κειμήλιο». Ένα βιβλίο, που είναι προικισμένο με εικόνες που μιλούν όσο χίλιες λέξεις και το οποίο καταγράφει βήμα προς βήμα την πορεία της ομάδας, που πριν από τριάντα χρόνια απέδειξε στους Έλληνες και σε ολόκληρο τον κόσμο πως τίποτα δεν είναι αδύνατο και απίθανο».

Ο ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΟΚΟΛΑΚΗΣ

Την πρώτη φορά που συνάντησε τον Βασίλη Σκουντή πριν 40 χρόνια θυμήθηκε ο παλαίμαχος καλαθοσφαιριστής Δημήτρης Κοκολάκης: «Έχουν περάσει περίπου 40 ολόκληρα χρόνια. Όταν ήμουν στον Παναθηναϊκό ήρθε ένα βράδυ ένα παιδί αδύνατο και με περίμενε στην προπόνηση και πολύ ευγενικά μου ζήτησε “κύριε Κοκολάκη σας παρακαλώ θα μου δώσετε μία συνέντευξη;”. Ένα παιδάκι με πολύ μεγάλο σεβασμό σαν να είχε μπροστά του κάποιον μεγάλο πολιτικό ή καλλιτέχνη. Δεν σας κρύβω ότι αισθάνθηκα περηφάνια όταν μου είπε ότι είναι από την Κρήτη και το Ρέθυμνο. Το 1979 συνέβη αυτό όταν η Εθνική ομάδα πήρε χρυσό μετάλλιο στους Μεσογειακούς και Βαλκανικούς Αγώνες. Πιστεύω ότι ήταν η καλύτερη Εθνική που είχαμε μέχρι τότε.

Θέλω να πω ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στον Βασίλη διότι είναι πολλά χρόνια φίλος μου. Δεν είναι μόνο ότι είμαστε από το ίδιο μέρος αλλά είχαμε μία ιδιαίτερη επαφή γιατί ταξίδευε μαζί μας και με τον Παναθηναϊκό και με την Εθνική ομάδα και είχε περάσει όλες τις κακές και καλές στιγμές μας. Θέλω να πω ένα πολύ μεγάλο ευχαριστώ στον Βασίλη για την πρόσκληση και να του ευχηθώ να γράφει βιβλία και να δουλεύει με το ίδιο σθένος και δύναμη».

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΥΜΟΥΛΟΣ

Η μεγάλη επιτυχία του ’87 τον έκανε να αγαπήσει ακόμα περισσότερο το μπάσκετ. Ήταν μικρός, όμως ακόμα θυμάται τα γεγονότα ο Τεχνικός Διευθυντής του Ρέθυμνο Cretan Kings Γιώργος Κούμουλος: «Ήταν τότε που ο Γκάλης, ο Γιαννάκης και τα υπόλοιπα παιδιά μας έστειλα στον έβδομο ουρανό, μας έβγαλαν στους δρόμους και έγραψαν ιστορία. Επίσης άλλαξαν τις ζωές πολλών παιδιών. Ένας από αυτούς ήμουν και εγώ. Ήταν ιδιαίτερη στιγμή διότι με την κατάκτηση του ευρωπαϊκού απέκτησα και ένα “τικ”. Φανταζόμουν ότι είχα μία μπάλα συνεχώς στο χέρι μου και όταν ήμουν έξω με τους γονείς μου προσπαθούσα να βάλω ένα ακόμα καλάθι. Όπως καταλαβαίνετε έπρεπε να αφήσω τον υγρό στίβο και να ασχοληθώ με το μπάσκετ. Δεν υπήρχε άλλη επιλογή. Το μπάσκετ από χόμπι έγινε επάγγελμα για μένα, γνώρισα πολύ κόσμο και νιώθω ιδιαίτερα ευλογημένος γι’ αυτό. Από κει και πέρα πριν από μερικές μέρες βρέθηκα με τον Βασίλη στην Παλιά Πόλη και προσπαθούσα να σκεφτώ ποιος άλλος άνθρωπος ήταν ο κατάλληλος για να γράψει ένα τέτοιο βιβλίο. Είπα στον Βασίλη ότι ήμουν ανάμεσα στον Φίλιππο Συρίγο και σε εκείνον που στα 24 του χρόνια σαν ζιζάνιο τρύπωνε στα αποδυτήρια και έδινε συνεντεύξεις. Του έδωσα ένα μικρό προβάδισμα. Βασίλη να είναι καλοτάξιδο το βιβλίο και μέσα από τις σελίδες του να θυμηθούν οι παλιοί και να μάθουν οι νέοι».

Ο ΧΑΡΗΣ ΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δύο χρόνια μετά το ’87 γεννήθηκε ο σημερινός αρχηγός του Ρέθυμνο Cretan Kings Χάρης Γιαννόπουλος. Κι όμως γνωρίζει τα πάντα, όπως ανέφερε, ενώ εκθείασε τον δημοσιογράφο Βασίλη Σκουντή: «Εγώ είμαι από αυτούς που θα μάθουν πολλά από το βιβλίο αφού είμαι γεννημένος το 1989. Είχα την ατυχία να δω τους αγώνες μόνο μέσα από βίντεο. Θα ήθελα πάρα πολύ να νιώσω τον παλμό και τη φασαρία που είχαν νιώσει όλοι οι Έλληνες εκείνη τη χρονιά. Μία από τις φωνές που ξεχώρισα ήταν του Βασίλη Σκουντή και είναι τεράστια τιμή να βρίσκομαι εδώ. Η αλήθεια είναι ότι όταν επικοινώνησε μαζί μου για να βρεθώ ως ομιλητής δεν μπορούσα να φανταστώ τον λόγο που το έκανε γιατί δεν είχα γεννηθεί το ’87, έχουμε βρεθεί 2-3 φορές αλλά καταλαβαίνω ότι έπρεπε να φέρει έναν αθλητή που έχει σηκώσει αυτό το τρόπαιο έστω και με μικρότερη Εθνική ομάδα. Η όλη περιγραφή στα παιχνίδια και οι ερωτήσεις που κάνει στις συνεντεύξεις είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από όλες τις συνεντεύξεις που έχω δώσει. Σε κάνει να αισθάνεσαι πως μιλάς με έναν άνθρωπό σου που τον ξέρεις χρόνια. Αυτό ίσως τον κάνει αν όχι τον σπουδαιότερο σίγουρα μέσα στους κορυφαίους».

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΡΑΚΗΣ

Μία οικογενειακή ιστορία, για την ακρίβεια την ιστορία των γονέων του Βασίλη Σκουντή, διηγήθηκε ο δημοσιογράφος, Γιώργος Σταράκης: «Ήταν το 1979 όταν γνώρισα τον Βασίλη Σκουντή όταν ήμουν ανταποκριτής στο ΦΩΣ. Εγώ θα σας πω πως ήρθε ο Σκουντής. Ήταν Τρίτη 22 Αυγούστου το ’44. Οι Γερμανοί μπαίνουν στο Άνω Μέρος, λεηλατούν και καίνε, εκτελούν 38 Ανωμεριανούς, καταστρέφουν τα σπίτια. Χήρες και ορφανά. Ανάμεσα τους και η μάνα, Ελένη Καπαρού. Μαζί με τη μάνα της και τα άλλα δύο παιδιά τους. Φεύγουν, περπατούν 7 ώρες, Δρυγιές, Γουργούθοι, Ελένες Βρύσες, Γερακάρι. Φτάνουν στον Μέρωνα. Θλίψη και πόνος. Φτάνουν στην Πατσό. Πάνε στο Άνω Μέρος και τι να δουν. Τίποτα. Ερείπια. Στέλνουν την μικρή Ελένη στον αδερφό της στον Πειραιά. Λεγόταν Μανόλης Χανδράκης. Είναι 9 χρονών η Ελένη. Πηγαίνει σχολείο και σιγά – σιγά δουλεύει στο καπελάδικο της θείας Δανάης στο Κολωνάκι. Γίνεται 19 ετών και ετοιμάζονται να την στείλουν στην Αμερική ως νύφη. Αλλά κατεβαίνει ο Ρεθυμνιώτης συμβολαιογράφος Λαϊνάκης και εκεί ήταν ο Δημήτρης Σκουντής, φίλος της οικογένειας. Η Ελένη Καπαρού δεν ήθελε να πάει στην Αμερική. Αγαπούσε την Ελλάδα και την Κρήτη και κάνει τα προξενιά ο Αμαριώτης συμβολαιογράφος. Η Ελένη Καπαρού παντρεύεται τον Δημήτρη Σκουντή από τους Αποστόλους Αμαρίου. Κουμπάρος ο Παύλος Βαρδινογιάννης. Στις 10 Μαρτίου 1963 έρχεται ο Βασίλης στη ζωή. Ο Κρητίκαρος, ο σεμνός, ο εργατικός. Ο απίστευτος σπορκάστερ με εκπληκτική γραφίδα και φωνή. Εδώ ανάμεσα τους είναι η μαμά του Ελένη με την γλυκιά σύντροφο του Μαριέττα. Νοερά είναι μαζί του και ο γιος του ο Δημήτρης. Εμείς όλοι σε αγαπάμε και ευχαριστούμε την κυρία Ελένη που έμεινε στην πατρίδα μας και έφερε τον Βασίλη στη ζωές μας».

Ο ΜΙΧΑΛΗΣ ΛΕΑΝΗΣ

Για την αξία της μεγάλης επιτυχίας του 87 αλλά και τον συνάδελφο του μίλησε κι ο δημοσιογράφος Μιχάλης Λεάνης: «Υπάρχει ένα τεράστιο κενό από τη δημοσιογραφία προς τον αθλητισμό. Δεν υπάρχει στη χώρα μας η ιστορική δημοσιογραφία και αυτό είναι κάτι που συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα. Αυτό ανέλαβε να το κάνει ο Βασίλης και να καταγράψει αυτές τις 12 μέρες που συγκλόνισαν την Ελλάδα. Δικαιούται να το κάνει γιατί ήταν φυσικός πρωταγωνιστής. Ήταν ένας άνθρωπος που έζησε τα γεγονότα από μέσα. Από κει και πέρα αυτό που έλειπε ήταν η κριτική ματιά, η ικανότητα ανάλυσης και καταγραφής. Αυτά τα τρία τα έχει ο Βασίλης. Έκανε πολύ καλά που προχώρησε στην καταγραφή αυτού του γεγονότος. Ένα γεγονός που δεν είναι μόνο σημαντικό ως προς την μεγάλη επιτυχία ή ως προς το επιστέγασμα μίας πορείας. Αυτό που έχε πολύ μεγάλη σημασία δεν είναι ότι σηκώσαμε απλά την κούπα αλλά ότι η επιτυχία του ’87 είναι η μόνη επιτυχία της οποίας η σπορά είχε καρπούς. Καμία άλλη επιτυχία σε κανένα άλλο άθλημα δεν έχει καταφέρει αυτό που κατάφερε η επιτυχία του ’87. Η Ελλάδα γέμισε μπάλες και γήπεδα και τα παιδιά απέκτησαν πρότυπα. Δημιούργησε γενιές όπως το 2005 που όλα αυτά τα παιδιά έχουν αποκαλύψει πως έγιναν καλαθοσφαιριστές μετά την επιτυχία του ’87. Αυτή η υπόμνηση είναι πολύ σημαντική και για αυτό θεωρώ πολύ σημαντική την καταγραφή των γεγονότων από τον Βασίλη και θεωρώ πολύ σημαντικό το βιβλίο του».

ΣΥΓΚΙΝΗΜΕΝΟΣ Ο ΒΑΣΙΛΗΣ ΣΚΟΥΝΤΗΣ

Ως μία από τις ξεχωριστές στιγμές της ζωής του χαρακτήρισε τη βραδιά της παρουσίασης ο ίδιος ο Βασίλης Σκουντής, που είχε δίπλα του εκλεκτούς φίλους και συγγενείς. Και με το δικό του μοναδικό τρόπο μίλησε για την απόφαση του να γράψει το βιβλίο για το «έπος του ‘87»: « Η Ελληνική ομάδα του ’87 περισσότερο από την κατάκτηση ενός μεταλλίου ανέδειξε ότι αν κάποιοι συνεργαστούν και πιστέψουν στους εαυτούς τους τα πράγματα μπορούν να γίνουν πολύ καλύτερα και αυτό είναι πολύ καλό παράδειγμα και για τη δυσάρεστη συγκυρία που βιώνει αυτή την εποχή ο ελληνικός λαός. Η δεκαετία του ’80 ήταν μία πολύ περίεργη δεκαετία με πολλά και σημαντικά γεγονότα και έρχεται αμέσως και η επιτυχία του μπάσκετ και την κάνει ακόμη πιο συγκλονιστική και την κάνει ως σημείο αναφοράς και εφαλτήριο.

Δεν ξέρω πως θα ήταν η ζωή μας και στο μπάσκετ και στον αθλητισμό και στην ελληνική κοινωνία που είδε το κούτελο της να ξαναβγαίνει πολύ περήφανα προς τα έξω. Η επιτυχία αυτή έδειξε ότι μπορούμε να είμαστε πολύ ανταγωνιστικοί, ενώ μετά ήρθαν ακόμη περισσότερες σε όλα τα αθλήματα που φανερώνουν τη δυναμική της ελληνικής κοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια είναι πολύ πάνω από έναν αθλητικό θρίαμβο. Είναι ένα έπος. Όλα αυτά είναι προϊόν αυτής της νύχτας. Ήταν μία ανάγκη που παρουσιάστηκε και αναδείχθηκε και έπρεπε να καταγραφεί. Βγήκαν δύο βιβλία από εμένα και τον φίλο μου Φιλέρη και γενικότερα υπήρξε μία πολύ μεγάλη έμφαση σε αυτό το γεγονός. Ευτυχώς το Ευρωμπάσκετ ήταν μία πολύ παραπάνω από μία επετειακή υποχρέωση. Περισσότερο από το μετάλλιο είναι το μέταλλο εκείνης της ομάδας. Σημασία έχει να είσαι εκεί την κατάλληλη στιγμή, στην κατάλληλη θέση, οι κατάλληλοι άνθρωποι ακριβώς όταν πρέπει. Χωρίς κανένα δισταγμό οφείλουμε σε αυτή τη μαγική νύχτα του ’87 το ευ ζην μας».

Πηγή: Κρητική Επιθεώρηση

Κάντε το σχόλιο σας

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Plugin by:aAM
}